Monthly Archives: August 2013

Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλαω για τον Μουρακάμι

Ο Μουρακάμι περιμένει υπομονετικά δίπλα στον υπολογιστή μου (από κάτω του περιμένει επίσης ένα βιβλίο που λέγεται Women Who Run With The Wolves. Άλλο άθλημα αυτό. Νομίζω.).

photo murakami

Παραδόξως, το μόνο που έχω διαβάσει γι’ αυτό το βιβλίο είναι η φράση «αυτό το βιβλίο πρέπει να το διαβάσεις» σε πάρα πολλές παραλλαγές. Δεν ξέρω αν φταίει το ότι όταν μου λένε, σε πολλές παραλλαγές, ότι πρέπει να διαβάσω κάτι, μουλαρώνω και δε θέλω ούτε να το δω. Ή το ότι για κάποιο λόγο είχα στο κεφάλι μου την εικόνα ότι το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένας μεγάλος τόμος και πραγματικά δυσκολεύομαι να διαβάσω μεγάλους τόμους που δεν είναι μυθιστορήματα. Τελικά το συγκεκριμένο τόμος δεν είναι. Παρόλ’ αυτά δεν το έχω διαβάσει, το οποίο ακούγεται σχεδόν ύβρις για κάποια που γράφει ένα μπλογκ για το τρέξιμο, forgodssake.

Αλλά και πάλι, αποκλείεται να το διαβάσω πριν τελειώσει αυτή εδώ η προετοιμασία.

[Φυσικά, επειδή είμαι ο άνθρωπος που ξέρεις ή που αρχίζεις να φαντάζεσαι, όση ώρα τα γράφω αυτά, έχω ανοίξει τον Μουρακάμι και διαβάζω τον πρόλογο. Όπου ευτυχώς αναφέρει ένα παλιό άρθρο της International Herald Tribune, στο οποίο διάσημοι δρομείς μοιράζονται τα motivational mantras που τους βοηθάνε να συνεχίσουν να τρέχουν, ακόμα κι όταν αισθάνονται ότι είναι αδύνατο να συνεχίσουν να τρέχουν. Είναι μια καλή στιγμή να κλείσω το βιβλίο και να ψάξω να βρω το άρθρο. Βρίσκω το άρθρο αλλά είναι ανοιχτό μόνο επί πληρωμή. Κλείνω τσαντισμένη τον browser και συνεχίζω να γράφω.]

Αποκλείεται, λοιπόν, να διαβάσω τον Μουρακάμι πριν τελειώσει αυτή εδώ η προετοιμασία, με την ίδια λογική που δεν διάβαζα Naomi Wolf όσο ήμουν έγκυος και έγραφα για την εγκυμοσύνη, ούτε διάβαζα εφηβικά μυθιστορήματα τίγκα στο υπαρξιακό όσο έγραφα το δικό μου (μην το ψάξεις ακόμα, θα σου πω).

Γιατί, ως τώρα τουλάχιστον, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος που έχω βρει για να γράψω για ένα θέμα είναι να μαζέψω τις σκέψεις μου γύρω από άλλα, φαινομενικά άσχετα, θέματα και με ένα σχεδόν μη ελεγχόμενο τρόπο να τις συνδυάσω με το πρώτο.

Αλλιώς: αν όλα σου τα ερεθίσματα προέρχονται από το χώρο της κουζίνας, μου φαίνεται πολύ δύσκολο να γράψεις για τη μαγειρική ή για το φαγητό κάτι που να μην είναι ασύλληπτα βαρετό. Αν πάλι βγεις εκεί έξω και παρατηρήσεις τα παιδιά από οικογένειες μεταναστών, 9 χρονών το μεγαλύτερο, που κάθε απόγευμα κατεβαίνουν στην παιδική χαρά, και προσέχουν, μόνα, τα μικρότερα αδερφάκια τους, τότε μπορεί να γυρίσεις και να γράψεις ένα φανταστικό κείμενο για κάτι που σχετίζεται με το φαγητό και την αγάπη και τις μυρωδιές που βγαίνουν από την κατσαρόλα όταν μαγειρεύει ο μπαμπάς σου και τις μυρωδιές που βγαίνουν από το φούρνο όταν είσαι 8 χρονών και καις τα μπιφτέκια για πρώτη φορά.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με το τρέξιμο. Γιατί την ώρα που τα πόδια σου κάνουν τη μισή δουλειά, το μυαλό σου πρέπει να κάνει την υπόλοιπη. Να ξαναφέρει στην επιφάνεια εικόνες και σκέψεις που δεν έχουν να κάνουν με το τρέξιμο, να τις κοιτάξει αλλιώς, να μιλήσει μαζί τους, να πετάξει από πάνω του όσα δεν χρειάζεται πια και να κατασκευάσει άλλα, αυτά που πιθανότατα θα πας να γράψεις μετά.

Αλλά ξέφυγα.

Ίσως ο βασικός λόγος που δεν ξεκινάω ακόμα να διαβάζω τον Μουρακάμι, είναι ότι αμφιβάλλω σοβαρά για το αν μετά θα έχω το κουράγιο να συνεχίσω να γράφω για πράγματα που έχουν ήδη γραφτεί έτσι, με αυτόν τον τρόπο, που απ’ ότι φαίνεται κάνει απολύτως απαραίτητο το να τα διαβάσεις.

 

Advertisements

Ice, ice, baby

Εδώ, αγκαλιά με την παγοκύστη.

pagokusti

Πάνω που ετοίμαζα ποστ ψυχικής ανάτασης γράφοντας πόσο ομαλά έχει κυλήσει αυτή η πρώτη περίοδος της προετοιμασίας, χωρίς τραυματισμούς –ακούς, χωρίς τραυματισμούς- πάρ’ την κάτω τη δρομέα. Για την ακρίβεια, όχι κάτω, απλώς λίγο πιο δεξιά απ’ ότι έπρεπε στη διάταση του προσαγωγού, και να ‘την τώρα η κάκωση στον τένοντα.

Και να σκεφτείς ότι σιχαίνομαι τις παγοκύστες. Όχι για άλλο λόγο, απλώς επειδή η κρυάδα μένει εκεί πολλή ώρα για να σου θυμίζει ότι, όχι, όταν σηκωθείς δεν θα μπορείς να τα κάνεις όλα όπως πριν, θα πρέπει ακόμα να προσέχεις -στην καλύτερη περίπτωση, γιατί στη χειρότερη εύχεσαι να καταφέρεις απλώς να σηκωθείς. Εδώ έχουμε μία από τις καλές, αλλά και πάλι: τώρα δεν ήταν ώρα για προσοχή, ήταν ώρα δώσ’ τα όλα. Ώρα πετάμε. Ώρα τρέχουμε. Ώρα το ‘χουμε.

Ηττοπάθειες. Το ‘χουμε ακόμα, μην κοιτάς που η τάση μου είναι να κάνω την τρίχα τριχιά και την κάκωση τετραπληγία. Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να τρέξω τα 21 χιλιόμετρα το σαββατοκύριακο, αλλά αυτού του επιπέδου η αναποδιά σε καμία περίπτωση δεν μπορείς να πεις ότι ξεφεύγει από τα αναμενόμενα μιας προετοιμασίας για μαραθώνιο, forgodssake. Οι προπονήσεις είναι μετρημένες μεν, κανείς δεν απαγορεύει μερικές ταρζανιές δημιουργικής λογιστικής δε –μια ανακατανομή των χιλιομέτρων, αναπλήρωση των κενών με παγοκύστες. Και με προσοχή.

Είναι ο διάδρομος τρέξιμο;

Είναι η αγάπη αμαρτία;

Ο Freddos έχει γράψει ένα πολύ ωραίο κείμενο εδώ εξηγώντας γιατί, κατά τη γνώμη του, το τρέξιμο στο διάδρομο δεν είναι τρέξιμο.

Τι αφήνεις πίσω σου όταν βρίσκεσαι καρφωμένος στο διάδρομο και νομίζεις πως τρέχεις; Ποια προβλήματα απομακρύνονται όταν είσαι στατικός; Ποιο τοπίο αλλάζει όταν όλα γύρω σου παραμένουν ακίνητα; […] Ποια πλάνα γίνονται προτεραιότητες όταν βρίσκεσαι σε θερμοκρασία δωματίου; Ποιους δαίμονες ξορκίζεις αναπτύσσοντας ταχύτητα και δραπετεύοντας προς τα μπροστά όταν μένεις εκεί που είσαι όσο κι αν τρέξεις; […] Ποια βροχή σε χτυπάει στο πρόσωπο και σε ωθεί να πας πιο δυνατά όταν μόνο τη βλέπεις έξω από το κλειστό παράθυρο; Ποιος ήλιος δύει/ανατέλλει και σε εμπνέει κατάματα όταν τον έχουν σκιάσει τα παντζούρια; Ποιο κρύο σου τεντώνει το δέρμα στα χέρια και τις φιλοδοξίες στη ζωή όταν έρχεται από το κλιματιστικό που βρίσκεται πάνω από το κεφάλι σου; Ποιες κρυφές ανηφόρες (αυτές τις διαδρομές που όταν είσαι με αυτοκίνητο δείχνουν ευθείες μα όταν τις τρέχεις συνειδητοποιείς ότι είναι κρυφές ανηφόρες) θα σε προετοιμάσουν για τις ξαφνικές αναποδιές όταν για να ανηφορίσει το έδαφος πρέπει να πατήσεις κουμπί; Πώς θα κάνεις ένα ακόμα χιλιόμετρο (#1morekm) όταν “το πρόγραμμα” τέλειωσε και ο διάδρομος έχει ήδη αρχίσει να επιβραδύνει; Ποια απώλεια ελέγχου θα μάθεις να χειρίζεσαι όταν βρίσκεσαι σε απόλυτα ελεγχόμενο μέρος;

Ποιο στόχο θα βάλεις όταν δεν βλέπεις στο τέρμα του δρόμου τον τερματισμό;

Δεν θα διαφωνήσω.

Το τρέξιμο έξω είναι μια άλλη εμπειρία, εντελώς. Είναι απελευθερωτική, είναι ενδιαφέρουσα, είναι βάλσαμο για το μυαλό σου, συμφωνώ. Οι διαδρομές που έκανα φέτος τον Αύγουστο στη Μάνη ήταν από τις πιο ωραίες της ζωής μου –ίσως να ήταν αυτές τελικά που μ’ έκαναν να δεσμευτώ στ’ αλήθεια στην προετοιμασία.

Από την άλλη, είπαμε: Continue reading Είναι ο διάδρομος τρέξιμο;

Γιατί τρέχω μαραθώνιο #2

Η τηλεόραση στο σπίτι είναι ανοιχτή και χαζεύω το Lonely Planet. Δεν είμαι σίγουρη πού βρίσκεται ο τυπάκος αυτή τη φορά, είμαι μόνο σίγουρη για το ότι σε λίγο θα πηδήξει, δεμένος με σκοινί, από μια πανύψηλη γέφυρα (και, να ξέρεις, δεν είμαι υπερευαίσθητη με τα ύψη: η γέφυρα είναι ΠΑΝΥΨΗΛΗ). Το πλάνο είναι ότι, πηδώντας, θα φτάσει ως το πιο χαμηλό σημείο του φαραγγιού που βρίσκεται κάτω από τη γέφυρα, θα αιωρηθεί κατά μήκος του σαν έκκρεμές, φτάνοντας σχεδόν στο ύψος απ’ όπου ξεκίνησε, από την άλλη πλευρά, και στη συνέχεια… η συνέχεια δεν έχει και τόση σημασία αν σ’ αυτό το σημείο δεν έχεις ήδη πεθάνει από καρδιακή ανακοπή.

Υπό κανονικές συνθήκες δεν θα συνέχιζα να βλέπω: δεν είμαι καλή στις εκρήξεις αδρεναλίνης, ούτε καν όταν συμβαίνουν σε άλλους, ούτε καν όταν προκύπτουν από ένα σπριντ στο τρέξιμο (ναι, σιχαίνομαι τις διαλειμματικές προπονήσεις, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ποστ). Το μόνο που με κρατάει, που με κάνει μέχρι και να θέλω στ’ αλήθεια να παρακολουθήσω αυτή τη φάση, είναι ότι ο τύπος (που είναι κατά συρροή bungee jumper, όχι κανένας πρωτάρης) δεν κάνει κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια, ενώ ετοιμάζεται να πέσει, να βάλει φρένο στο φόβο του. Απλώς παραδέχεται ότι φοβάται. Το επαναλαμβάνει ακόμα και την ώρα που πηδάει τελικά –κι αυτό, με έναν περίεργο τρόπο, βοηθάει την καρδιά μου να αντισταθεί στο σπάσιμο. Είναι ειλικρινής, είναι ανθρώπινος.

Continue reading Γιατί τρέχω μαραθώνιο #2

Imagine all the music

Φαντάσου να τρέχεις, Νοέμβριο, κάτω από τη γέφυρα της Μεσογείων, και ν’ ακούς την μπάντα, ενώ έξω, δέκα βήματα πιο μετά, βρέχει καρέκλες. #truestory

Φαντάσου, λέει, σε όλο το μήκος του μαραθωνίου να έπαιζαν τύποι σαν τους Λαγούς.

Ή και άλλοι, διαφορετικοί. Όπως Βαρκελώνη.

By procsilas

Φαντάσου ο Δήμος να έδινε δωρεάν wi-fi σε όλη τη διαδρομή, και να μπορείς να έχεις το Stereomood για DJ, να σου βάζει τραγούδια ανάλογα με το πόσο μακριά νιώθεις από το τέρμα.

Φαντάσου να μπορούσαμε να ανταλλάζουμε players καθώς με προσπερνάς ή σε προσπερνάω. #runflirt

Φαντάσου να μπορούσαμε να φτιάξουμε όλοι μαζί, πριν τρέξουμε, ένα playlist με όλα τα powersongs μας. #crowdsourcing

Φαντάσου να μάζευε κάποιους τους ήχους του αγώνα και να τους έκανε μουσική, με λούπες από κορναρίσματα ανυπόμονων οδηγών και ρυθμό από πόδια που τρέχουν.

Φαντάσου, μετά τον τερματισμό, να γινόταν όλο το κέντρο ένα τεράστιο πάρτι.

Μπορείς να τρέξεις αγκαλιά με το γραφείο σου (ή με τον καναπέ σου)

Μου χάλασαν τα ακουστικά. Σιγά το πράγμα, θα μου πεις αν δεν τρέχεις ή αν ανήκεις στο περίπου 20% (αυθαίρετες εικασίες) των ανθρώπων που βρίσκουν εξίσου εύκολο το να τρέχουν με μουσική ή χωρίς. Αν όχι, καταλαβαίνεις.

Αλλά το θέμα δεν είναι μόνο η μουσική. Το σκέφτηκα εκείνη τη μέρα, τρέχοντας χωρίς αντιπερισπασμούς. Το θέμα είναι ότι ίσως το τρέξιμο (ως μια εντελώς μίνιμαλ μορφή άσκησης, μόνο εσύ και τα παπούτσια σου –βάζω μέσα και το κολύμπι και τη γιόγκα χωρίς δάσκαλο) γίνεται όλο και πιο δύσκολο για μας, επειδή είναι πια το ακριβώς αντίθετο αυτού που έχουμε συνηθίσει να κάνουμε όλη μέρα: έχει κίνηση και δεν έχει τη βροχή από νοητικά ερεθίσματα που δέχεσαι όταν δουλεύεις/χαζεύεις ακίνητος μπροστά στον υπολογιστή σου (διάβαζε: τηλεόραση/τηλέφωνο/tablet/kindle σου).

Παλιότερα, οι άνθρωποι ήταν μαθημένοι να κινούνται και καθόλου εξαρτημένοι από τη συνεχή ροή πληροφοριών που κρατάει το νου απασχολημένο. Είχαν, ενδεχομένως, μεγαλύτερη ικανότητα να αντέξουν σωματικά την προσπάθεια αλλά και να διαχειριστούν το μυαλό τους έτσι ώστε να τα βγάλει πέρα σε συνθήκες σιωπής, μοναξιάς, κούρασης, μονοτονίας, σκέψεων που δε θέλεις πάντα να είναι εκεί. Εμείς; Καμία σχέση.

Continue reading Μπορείς να τρέξεις αγκαλιά με το γραφείο σου (ή με τον καναπέ σου)

Στις εφτά το πρωί τρέχουν μόνο γερμανοί

Τρέχω το 11ο χιλιόμετρό μου στη μέση του πουθενά. Ή του σχεδόν πουθενά, γιατί ακόμα κι εδώ καταφέρνω να περάσω έξω από το παράθυρο μίας κουζίνας στην οποία ψήνουν βάφλες. Στις 7.00 το πρωί. [Έχω δύο επιλογές: να καταπιώ τα σάλια μου ή να καταπιώ την υπερηφάνειά μου, να σταματήσω εκεί επί τόπου και ν’ αρχίσω να ψάχνω απεγνωσμένα μία βαφλιέρα ή τον ιδιοκτήτη της. Καταπίνω τα σάλια, με όση πυγμή μου έχει απομείνει. I’m a runner goddammit.]

Στην επόμενη στροφή, έξω από ένα χαμηλό σπιτάκι με αυλή απ’ αυτές που τρως γεμιστά και φρέσκα σύκα και αράζεις το απόγευμα για καφέ, ακόμα κι αν δεν πίνεις ποτέ στη ζωή σου καφέ, τρία κορίτσια γύρω στα 20, συζητάνε –μιλάνε ταυτόχρονα, γκλινγκλινίζοντας στον αέρα τα κλειδιά του αυτοκινήτου και λέγοντας πράγματα τύπου «μα δεν τον είδες πώς σε κοίταζε;». Για μια στιγμή εντυπωσιάζομαι (διάβαζε: συγκινούμαι λίγο) που ξύπνησαν τόσο νωρίς για να πάνε για μπάνιο. Ίσως τελικά να εκτιμούν κι άλλοι μια πρωινή πρωινή βουτιά.  Ίσως τελικά να μην είμαι τόσο γριά.

Καθώς περνάω από δίπλα τους σταματάνε για λίγο την κουβέντα και γυρνάνε για να με χαιρετήσουν. Ξαφνικά τα υπολείμματα της χθεσινοβραδινής μάσκαρα δίνουν έναν γκοθ αέρα στις σαγιονάρες και τα παρεό τους. “Goodmorning!”

Η διπλή διαπίστωση με χτυπάει κατακέφαλα, λίγο πιο δυνατά από τη μυρωδιά της βάφλας. Δεν τους περνάει από το μυαλό ότι μπορεί να μην είμαι ξένη (διάβαζε: γερμανίδα, είμαστε στη Μάνη, θυμάσαι), τρέχοντας αξημέρωτα στη μέση του σχεδόν πουθενά. Και, βήτα, εννοείται ότι έχουν μόλις γυρίσει από το κλαμπ: η πρωινή βουτιά είναι το τελευταίο πράγμα στο μυαλό τους.

Είμαι λίγο γριά.

Είμαι ένα παράδοξο της φύσης.

I’m a runner goddammit.

 

Killing meh softly

Ήταν από τις μέρες εκείνες: που νιώθεις τα πόδια σου βαριά σαν σακιά με άμμο. Που αγκομαχάς (δε λαχανιάζεις, αγκομαχάς) πριν φτάσεις στην ανηφόρα. Πού κοιτάς το ρολόι ή το μετρητή των χιλιομέτρων πριν κάνεις πέντε βήματα από την προηγούμενη φορά που το κοίταξες. Που αναρωτιέσαι τι διάβολο ήταν αυτό που σ’ έκανε τις προηγούμενες μέρες να πετάς, ενώ τώρα σέρνεσαι σα να σηκώθηκες μόλις από τον καναπέ μετά από τρία χρόνια κραιπάλης.

Σύντομα ξεκινάς (εγώ, δηλαδή, ξεκινάω) τις εικασίες: φταίει κάτι που έφαγες ή δεν έφαγες, οι τρεις γουλιές μπύρας το προηγούμενο βράδυ στην Πηγή, οι ώρες που κοιμήθηκες, οι φορές που ξύπνησες, τα παπούτσια, τα ρούχα, τα άστρα, η υπερβολική προσπάθεια, η ανεπαρκής προσπάθεια, η νέμεση που θα σε κυνηγάει μέχρι και τη μέρα του αγώνα, επειδή πίστεψες ότι μπορείς να το κάνεις και αυτή τη φορά; Τις περισσότερες φορές θα βρεις μια πειστική εξήγηση –κατά τη γνώμη μου, μόνο τις μισές θα έχεις δίκιο. Τις υπόλοιπες, η εξήγηση χρησιμεύει μόνο στο να συνεχίσεις να ελπίζεις ότι θα ξανατρέξεις όπως προχθές, ότι αύριο (έστω, μεθαύριο) θα είναι μια καινούρια μέρα.

Παραμένει, φυσικά, το πρόβλημα τι θα κάνεις εκείνη τη στιγμή, που τα πόδια συνεχίζουν να σηκώνουν αδικαιολόγητη ποσότητα σκόνης από το δρόμο. Καμιά φορά αρκεί να σφίξεις τα δόντια για το πρώτο δεκάλεπτο –μετά γίνονται όλα όπως θα ‘πρεπε να είναι και συνεχίζεις σφαίρα μέχρι το φεγγάρι. Καμιά φορά σε παίρνει να σφίξεις τα δόντια γενικώς, μέχρι να φτάσεις σε ένα σημείο που θεωρείς αξιοπρεπές (ίσως και μέχρι το τέλος) και να γυρίσεις σπίτι με ήσυχη συνείδηση, και καμιά φορά το μόνο που σου μένει είναι να γυρίσεις σπίτι χωρίς τίποτα ενδιάμεσο και να κρεμάσεις τη φανέλα μέχρι αύριο (έστω, μεθαύριο ή και την επόμενη βδομάδα).

Υποθέτω ότι από μία Ζεν οπτική (δεν το ‘χω διαβάσει), κάθε φορά κάνεις το σωστό για εκείνη τη συγκεκριμένη φορά, αλλά φυσικά, αν είσαι τόσο λίγο ζεν όσο εγώ, πάντα συνεχίζεις να αναρωτιέσαι για κανένα τρίωρο μετά αν δεν είσαι απλώς υπερβολικά σκληρή ή υπερβολικά τεμπέλα.

Σήμερα, την ώρα που ανέβαινα -αγκομαχώντας, είπαμε- την πρώτη ανηφόρα, είδα μπροστά μου την Κατερίνα να περπατάει, έχοντας τελειώσει τη δική της διαδρομή. Ιδέα: θα μπορούσα άνετα να σταματήσω, να συνεχίσω περπατώντας μαζί της, αύριο (έστω, μεθαύριο) είναι μια καινούρια μέρα. Το σκέφτηκα μέχρι να φτάσω δίπλα της κι ύστερα της σφύριξα, είπα καλημέρα, θα τα πούμε στην παραλία, και συνέχισα κανονικά.

Η δεύτερη ανηφόρα βγήκε με απλό λαχάνιασμα και τα υπόλοιπα έξι χιλιόμετρα, αν και δεν θα ‘λεγα ποτέ ότι κύλησαν σαν νερό, παρόλ’ αυτά πέρασαν κάτω από τα πόδια μου χωρίς δράματα και ασήκωτα βαρίδια. Κι ύστερα, όταν έφτασα πια στο σπίτι, και μου έκανα ένα νοερό πατ-πατ στην πλάτη, μου ήρθε μια σκέψη: ότι καμιά φορά, για να τα δώσεις όλα σε μια απόφαση, πρέπει πρώτα να απορρίψεις συνειδητά την εναλλακτική της. Όσο τις κρατάς και τις δύο ταυτόχρονα, ως πιθανότητες, στο μυαλό σου, καμία δε νιώθεις απόλυτα δική σου. Και συνεχίζεις να τρέχεις με βαριά πόδια μέχρι να καταλήξεις κάπου (πιστεύοντας ότι το κάνεις κατ’ ανάγκη) κι ότι ο δρόμος σου είναι, σε μεγάλο βαθμό, θέμα μιας ανέλεγκτης τύχης.

Σήμερα, ξεκούραση.

ΠΣ. Η μικρή μου πείρα μου έχει δείξει ότι οι κακές μέρες γίνονται καλύτερες με τη σωστή μουσική, έχουν πολύ μικρές πιθανότητες να βελτιωθούν όταν τρέχεις σε διάδρομο και είναι η ιδανική ευκαιρία για να γράψεις ένα ποστ για το τρέξιμο, όση ώρα βρίσκεσαι στο δρόμο.

Photo finish (line)

Τι λες, αν υπάρχει μια φωτογραφία που μπορεί να σε κάνει να τρέξεις σαν κάπως να πετάς προς αυτό που εννοείς ως ευτυχία (φαντάσου το), δεν είναι σίγουρα αυτή;

Hilary-Swank

Τρέξε μαραθώνιο, αν αυτό σημαίνει ότι θα τρέξεις στη Μάνη

Είχα αποφασίσει να κάνω τα πρώτα 15 χιλιόμετρα τρέχοντας από τη Στούπα σε ένα χωριό, Λεύκτρο -δεν το είχα δει ποτέ ξανά, ούτε το είχα ακούσει, μέχρι που πήρε το μάτι μου την ταμπέλα σε ένα ανηφορικό μονοπάτι, που ξεκινούσε από τον κεντρικό δρόμο εδώ δίπλα. Την ώρα που ξεκινούσα, έξι το πρωί, και η παρέα των μεθυσμένων εικοσάρηδων έβγαινε από το δεν-έχω-λόγια μπαρ δίπλα στο κάμπινγκ, το Stereomood με ρώτησε σε τι φάση είμαι, για να διαλέξει μουσική, και τότε σκέφτηκα «θάλασσα, γλάροι, κύματα, ουρανός και θέα». Το ανηφορικό μονοπάτι και το Λεύκτρο είχε μόλις χάσει την ευκαιρία του.

Οπότε πήρα το δρόμο που απλωνόταν νοητά προς την παραλία. Έστριψα στη χειρόγραφη ταμπέλα που έλεγε «προς Άγιο Νικόλαο», αυτό το συγκλονιστικό χωριουδάκι πάνω στη θάλασσα, δίπλα ακριβώς από τη Στούπα. Να δες, το έβγαλα φωτογραφία το ίδιο βράδυ:

agios nikolaos

Χώθηκα μέσα στις ελιές και όταν βγήκα ήμουν αλλού. Στον πρώτο πεζόδρομο/ποδηλατόδρομο που έχω δει ποτέ σε ελληνική εξοχή. Σε μια διαμορφωμένη λωρίδα, πάνω από τα βράχια και τη θάλασσα και κάτω από τα βράχια και τις ελιές. Με απίστευτη θέα, συγκλονιστικές μυρωδιές, σκιά μόνο λόγω ώρας, σκόρπια πυργόσπιτα να ξεπροβάλλουν εκεί που χάζευες αριστερά και μια γιαγιά με μπολάκι στο χέρι, να μαζεύει –μου φάνηκε- αλάτι με το κουτάλι στα δεξιά.

Έτρεχαν μαζί μου κάτι Γερμανοί. Εγώ αυτομαστιγωνόμουν που δεν έχω βρει ακόμα τρόπο να τραβάω φωτογραφίες τρέχοντας. Αυτό έπρεπε να το δεις. Τρελαίνομαι στη σκέψη ότι αν δεν είχα ξεκινήσει προπόνηση για μαραθώνιο μπορεί να μην το έβλεπα ποτέ. Ότι αν δεν έτρεχα μπορεί να μην το έβλεπα ποτέ.

Ο Άγιος Νικόλαος ήταν μόνο 5 χιλιόμετρα τελικά. Ήπια νερό από τη βρύση στο δρόμο, είπα καλημέρα σε τρεις απορημένους ταβερνιάρηδες, συνέχισα για 2 χιλιόμετρα ακόμα, δίπλα στην παραλία, κι έκανα επί τόπου στροφή.

Την προηγούμενη φορά που είχαμε έρθει εδώ, είχαμε δει μια τεράστια κολοκύθα έξω από ένα από τα παραλιακά μαγαζιά. Είχα πει στη Στεφανία πως ήταν η κολοκύθα της Σταχτοπούτας και παραλίγο να βγάλω τα μάτια της μαγείρισσας που το πήρε πάνω της να εξηγήσει στη μικρή ότι δεν υπάρχει Σταχτοπούτα, ανοησίες σου λέει η μαμά.

Στο γυρισμό, τα πόδια μου είχαν γίνει άμαξες. Κι ας είχε βγει ο ήλιος, κι ας μην είχα άλλο νερό, κι ας είχε ανηφόρες, κι ας πόναγαν οι τετρακέφαλοι, κι ας μην έπιανε ούτε για ζήτω το 3G. Άκουγα στο ριπίτ το Where dreams go to die, το μόνο που είχε μυστηριωδώς βρει το δρόμο για το iphone μου (βάζω στοίχημα ότι σ’ ολόκληρη τη Μάνη μαίνεται ακύρηχτος πόλεμος εναντίον του ίντερνετ) και έφτασα πίσω, μέσα πάλι από τις ελιές, λες και είχα φύγει πριν δέκα λεπτά από το σπίτι.

Στην παραλία, καθυστέρησα ακόμα λίγο για να κάνω την πρώτη βουτιά.