Monthly Archives: September 2013

New York, New York

Ο Γιάννης μου έδωσε το βιβλίο με διστακτικό/ύπουλο τρόπο: «Εντάξει, ξέρω ότι είπες πως δεν θα διαβάσεις τίποτα για το τρέξιμο μέχρι τον αγώνα, αλλά πάρε αυτό, μπορεί να θελήσεις να του ρίξεις μια ματιά κάποια μέρα.»

(Τη δεύτερη φορά, τρεις μέρες μετά, πάλι την πάτησα: μου σύστησε τον χειροπράκτη του με αθώο βλέμμα και με μηδέν νύξεις για το πώς ο συγκεκριμένος χειροπράκτης σε κάνει να εύχεσαι, αντί για το ιατρείο του, να βρισκόσουν στην αίθουσα τοκετού χωρίς επισκληρίδειο. Δύο μέρες μετά, το πόδι μου ήταν περδίκι.)

Κι ύστερα, την ώρα που έπαιρνα χλιαρά το βιβλίο (Ο άλλος του εαυτός, του Alan Zweibel, εκδ. Μελάνι) στα χέρια μου, είπε τη μαγική φράση: «Το έγραψε ένας από τους σεναριογράφους του Monk. Είναι τρομερά αστείο.» Continue reading New York, New York

Advertisements

Παίρνεις το μάφιν και μπάααπ

Να χάσεις προπόνηση επειδή αρρώστησες: λογικό. Να χάσεις προπόνηση επειδή το παράκανες με τα χιλιόμετρα: δικαιολογημένο. Να χάσεις προπόνηση επειδή σε πήρε το χάραμα να παίζεις νταλμούτη: αναμενόμενο. Να χάσεις προπόνηση επειδή γύρισες τον αστράγαλο τρέχοντας στις ανηφόρες του Υμηττού: ηρωικό. Να χάσεις προπόνηση επειδή αρρώστησε η Στεφανία: γλυκοτρυφερό.

by onegirlinthekitchen @Flickr

Να χάσεις προπόνηση επειδή σου έπεσε η φόρμα για τα μάφιν στο πόδι; Ugh, ούτε καν χαριτωμένο.

The Wall

Ξέρεις τον Τοίχο;

Είναι το σημείο εκείνο σε μια μεγάλη διαδρομή, που τα αποθέματα του σώματός σου σε γλυκογόνο, στο συκώτι και τους μυς, τελειώνουν και τα πόδια σου αδυνατούν (πραγματικά αδυνατούν) να σε πάνε έστω και ένα βήμα ακόμη μπροστά, λες και έχεις όντως κουτουλήσει ξαφνικά σε έναν τοίχο τόσο ψηλό, που είναι αδύνατο να τον σκαρφαλώσεις, αδύνατο να τον γκρεμίσεις και αδύνατο να κάνεις το γύρο του μέχρι να βρεις κάποιο άνοιγμα για να περάσεις στην άλλη πλευρά.

By visualpanic @Flickr

Οπότε σταματάς. Κι αν είσαι τυχερός κι έχεις προνοήσει να υπάρχει κάποιος δικός σου με αυτοκίνητο stand-by, έρχεται και σε μαζεύει από το Πικέρμι ή από το Σταυρό, κι εσύ είσαι πολύ κουρασμένος για να παραδεχτείς πόσο λυπάσαι, οπότε σκέφτεσαι απλώς ότι δεν πειράζει, του χρόνου ίσως φτάσεις πιο μακριά.

Δυο πράγματα βρίσκω περισσότερο τρομαχτικά σ’ αυτόν τον Τοίχο: Continue reading The Wall

Κορίτσια χιλιόμετρα

Έχασα χθες το Ladies Run -τα έχουν αυτά οι μαραθώνιοι, οργανώνεις την εβδομάδα σου γύρω από τα long runs και γύρω από τον καναπέ την προηγούμενη και την επόμενη μέρα. Το συγκεκριμένο μου έλειψε για ένα λόγο παραπάνω όμως, γιατί βλέπεις επάνω στον Υμηττό, που πήγαμε με τον Αντώνη για να τρέξουμε τα 26, πιο εύκολα έβισκες αστερία παρά γυναίκα: σίγουρα θα υπήρχαν τέσσερις-πέντε αστερίες ξεχασμένοι σε κάποιο πορτ-μπαγκάζ, γυναίκες πάλι είδα μόνο τρεις.

By Thomas Hawk

Και στη γραμμή της εκκίνησης το Νοέμβριο, το ίδιο θα συμβεί: 9 στους 10 που μου έχουν στείλει μέιλ «σε διαβάζω, θα τρέξουμε μαζί» είναι άντρες. Το οποίο με κάνει να το σκέφτομαι δύο φορές πριν γράψω σε τούτο εδώ το μπλογκ καθαρά γυναικείους προβληματισμούς που αφορούν γενικά το τρέξιμο και ειδικά το τρέξιμο για όσες ώρες σου παίρνει για να πας, να παρκάρεις, να ξεπαρκάρεις και να γυρίσεις από τη Μαλακάσα.

Από τη μία, το να τρέχεις ανάμεσα σε 90% τεστοστερόνη, σου δημιουργεί την παρόρμηση να αρχίσεις να παίρνεις τηλέφωνο όλες τις έστω και οριακά fit φίλες σου για μία επί τροχάδην (pun intended) πλύση εγκεφάλου στα οφέλη του τρεξίματος (άσε τη γυμναστική, εδώ σου λέω ότι αν, φέτος το καλοκαίρι, δεν είχα το τρέξιμο, θα είχα αρχίσει τη βαλεριάνα). Το αναβάλλεις, γιατί οι μισές είναι έγκυες και οι άλλες μισές έχουν αρχίσει από πέρυσι pole dancing, αλλά στ’ αλήθεια το ζεις: σε άλλες εποχές θα τους έκανες δώρο για την αρχή της σχολικής χρονιάς τις καινούριες τους αερόσολες –τώρα μετά βίας μια κορδέλα για τον ιδρώτα.

Από την άλλη, το να τρέχεις ανάμεσα σε 90% τεστοστερόνη σου δίνει (εμένα μου δίνει) τη χαζή χαρά του να ρίχνεις κλεφτές ματιές στο boys’ club και να νιώθεις ότι λίγο σε παραδέχονται -έστω κι αν ξέρουμε (κι εσύ κι εγώ και τα boys) με σιγουριά ότι στο πρώτο τέταρτο θα μας έχουν αφήσει πίσω, να κοιτάμε το «λαγό» των 4 ωρών με τα κυάλια.

Γι’ αυτό, στην τελευταία ανηφόρα του Υμηττού, να τι οραματίστηκα: πολλές κορδέλες για τον ιδρώτα, χρωματιστές αερόσολες και μια ομάδα από κορίτσια, νέες μαμάδες (θα ‘χουν ξεφουσκώσει οι κοιλίτσες) και αστερίες που θα τρέχουν το μαραθώνιο με pole dancers για «λαγούς». Ναι, τα 42 και κάτι.

 

Εικοσιτέσσερα

Ίσως και να μην ήταν τόσο σημαντικό. Τουλάχιστον όχι πιο σημαντικό από κάθε long run που ολοκληρώνεις, και που, για περίπου πέντε λεπτά μετά τον τερματισμό, σου φαίνεται ο μεγαλύτερος άθλος –μέχρι το επόμενο σαββατοκύριακο.

Από την άλλη, είναι.

24kaikati

Γιατί τα εικοσιτέσσερα χιλιόμετρα είναι η φορά που μπορείς να πεις «έχω πια λιγότερο από άλλο τόσο».

Γιατί αν αντιστρέψεις τα νούμερα, έχεις σχεδόν φτάσει.

Γιατί απέχεις μόλις οχτώ χιλιόμετρα από τη μεγαλύτερη προπόνησή σου.

Γιατί απέχεις μόλις οχτώ εβδομάδες από τον αγώνα σου.

Γιατί πια δεν μπορείς να τρέξεις χωρίς να φας κάτι κατά τη διάρκεια.

Γιατί παίρνεις μια ιδέα του πώς είναι να νιώθεις ότι δεν αντέχεις άλλο και παράλληλα να ξέρεις ότι τώρα πρέπει ν’ αρχίσεις να βάζεις απλώς το ένα πόδι μπροστά από το άλλο. Ασταμάτητα. Μηχανικά. Σαν να μη συμβαίνει κάτι. Σαν να απέχει ο τερματισμός μόνο ένα ακόμη βήμα.

 

Conversational pace*

Ίσως να μην υπάρχει άλλος χώρος τρεξίματος στην Αθήνα που να προσελκύει τόσο αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις όσο το πέταλο του Καλλιμάρμαρου. Δεν έχω τρέξει ποτέ εκεί. Αλλά θα το κάνω, μέχρι να τελειώσει η φετινή προπόνηση, έστω και μόνο για να μπορώ να διαλέξω θέση ανάμεσα στους αμετανόητους της ατμόσφαιρας, της θέας, της μοναδικότητας του πετάλου και σ’ εκείνους που σου το παρουσιάζουν λες και πρόκειται να τρέξεις μεσάνυχτα Σαββάτου στην Ανδριανού, με καμένες τις λάμπες της ΔΕΗ.

Ο Γιάννης Γκανάς, που το 2011 έκανε την προετοιμασία του για τον Κλασικό Μαραθώνιο, έκθεση στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη («ως δρομέας που παρατηρεί και ως εικαστικός που τρέχει»), είδε, για παράδειγμα, το στάδιο έτσι:

arditos_117x210_cm

Και είδε (βάλε «βλέπει», φέτος θα τρέξουμε μαζί) το τρέξιμο ως ενδοσκόπηση και ως φουλ υπερβατική εμπειρία.

agra_117x210_cm

Ο άλλος, σου λέει όταν τρέχεις ιδρώνεις, λαχανιάζεις, κουράζεσαι/στο πέταλο είναι στενά, σκοτεινά και μονίμως τρακάρεις.

* «Conversational pace», στη γλώσσα των δρομέων μεγάλων αποστάσεων, είναι η ταχύτητα προπόνησης που σου επιτρέπει να τρέχεις, ενώ ταυτόχρονα κουβεντιάζεις.

My χάρτης breaking

Κάνω τη διαδρομή με το αυτοκίνητο, με πιάνει δέος.

Χαζεύω τον επίσημο χάρτη, με πιάνει δέος. (Και πού να είχαν βάλει με αριθμούς στο διάγραμμα την κλίση της ανηφόρας.)

route_marathon_full

Ξυπνάω το πρωί, κοιτάζω το ρολόι μου πέντε ώρες μετά, νιώθω σα να ‘χει περάσει η μισή μέρα, σκέψου, τόσες ώρες θα τρέχω. Με πιάνει δέος.

Ξέρω ότι θα με πιάνει δέος σε κάθε βήμα μέχρι τα 30 χιλιόμετρα, μόνο στη σκέψη του πόσα έχω ακόμα να καλύψω.  Continue reading My χάρτης breaking

Breaking sad

Είμαι κομμάτια, πιάνω πάτο. Το κεφάλι και στο στομάχι μου είναι δύο κουβάρια, απ’ αυτά που σε κάνουν να φοβάσαι ότι τα πράγματα δε θα φτιάξουν ποτέ και ότι τελευταία φορά η ζωή ήταν ωραία όταν τελείωσες τις Πανελλήνιες.

3

Έχω ήδη περπατήσει τη μισή Αθήνα. Έχω περπατήσει περισσότερο απ’ ότι προλαβαίνω/αντέχω/θεωρείται λογικό για ανθρώπους που δεν είναι vagabonds.

Φταίει που, στα μεγάλα ζόρια, το μόνο που με κάνει να ελπίζω ότι μπορεί τελικά να τη βγάλω καθαρή είναι κάτι με κίνηση και λίγη προσπάθεια, κάτι μοναχικό και κατά βάση μηχανικό, που κουράζει το σώμα μου και ξεκουράζει το μυαλό μου, δίνοντάς του χώρο και χρόνο και ερεθίσματα για να ψάξει παντού να βρει κάποια λύση.

Τώρα όμως πρέπει να τρέξω. Αισθάνομαι την επιτακτική ανάγκη να τρέξω –που δεν προκύπτει από μέσα μου, αλλά από τη φυγόκεντρο αυτής της διαδικασίας που λέγεται προετοιμασία και που μ’ έχει παρασύρει, γενικά.

Εγώ η ίδια δεν θέλω να τρέξω. Ζηλεύω τους ανθρώπους που στα δύσκολα βλέπουν το τρέξιμο σαν εκτόνωση, που το αποζητούν. Δεν είμαι ακόμα από αυτούς. Την ώρα που τρέχω, σχεδόν κάθε στιγμή, διαπραγματεύομαι την ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτό που μπορώ και σ’ αυτό που θέλω να κάνω. Η κίνηση δεν είναι ακριβώς μηχανική: χρειάζεται πάντα ένα κομμάτι της προσοχής σου, σαν μία δραστηριότητα που δεν είναι 100% σίγουρο ότι μπορείς να φέρεις σε πέρας. Μπορεί και να μην τα καταφέρεις.

Στο μεταξύ, φοράω παπούτσια. Ξεκινάω. Πολύ αργά, ελάχιστα πιο γρήγορα απ’ ότι αν περπατούσα. Το ένα πόδι μπροστά από το άλλο κι ύστερα το άλλο μπροστά από το ένα κι ύστερα ξανά (“Ποιο είναι το ένα και ποιο είναι το άλλο, μαμά;”). Χωρίς ακουστικά, μουσική, τίποτα. Δεν μπορώ, θέλω να σταματήσω. Θέλω να καθίσω στο πεζούλι και να μπήξω τα κλάματα. Αναπνοή, το ένα πόδι μπροστά από το άλλο.

3 λεπτά.

Να τρέξω μία ώρα. Μόνο μία ώρα. Αποκλείεται να τρέξω μία ώρα. Το σώμα μου δεν μπορεί να χαλαρώσει, το μυαλό μου δεν μπορεί να χαλαρώσει, τι νόημα έχει, ποτέ δε θα βρω τη λύση έτσι. Η άλλη πώς τρέχει τόσο ανάλαφρα, εγώ με κάθε βήμα νιώθω ότι το έδαφος θα κάνει κρατήρα, ένα σε κάθε πόδι.

7 λεπτά.

Είναι τόσα πολλά αυτά που νιώθω ότι δεν μπορώ να ελέγξω αυτή τη στιγμή. Αν συνεχίσω να τρέχω, θα μπορώ τουλάχιστον να ελέγξω αυτό. Την προσπάθεια, την προπόνηση, την προετοιμασία. Το αποτέλεσμα, μάλλον ποτέ. Αλλά αυτό ίσως να μην έχει τόση σημασία.

15 λεπτά.

Άλλα 45 λεπτά, αποκλείεται. Δεν νιώθω κούραση, δεν έχω λαχανιάσει, απλώς δεν έχει νόημα. Ξοδεύω ενέργεια και προσοχή και κουράγιο για κάτι που δε με φέρνει πιο κοντά στη λύση. Θέλω να σταματήσω. Ένα λεπτό ακόμα, μόνο αυτό.

25 λεπτά.

Δεν θα σταματήσω. Με ένα σχεδόν μεταφυσικό τρόπο έχει σημασία να καταφέρω αυτό, ειδικά αυτό, που πιστεύω ότι δεν μπορώ να καταφέρω. Αυτή είναι η διαφορά, στο περπάτημα δεν έχεις στόχο.

40 λεπτά.

Τρέχω ακόμα. Πολύ αργά, ελάχιστα πιο γρήγορα απ’ ότι αν περπατούσα. Μπορώ και σκέφτομαι τώρα. Ελάχιστα πιο δύσκολα απ’ ότι αν περπατούσα. Όπως εκείνη τη μέρα, ούτε ξέρω πόσα χρόνια πριν, που ξεκίνησα από το Bethnal Green χαράματα στις πεντέμισι και έφτασα στη δουλειά, τρία στενά πάνω από το τέρμα της Oxford Street δύο λεπτά μετά τις εννιά. “You look funny, dear” μου είπε το αφεντικό μου όταν μπήκα στραπατσαρισμένη στο posh γραφείο με τα πανύψηλα παράθυρα, αλλά εγώ είχα πάρει την απόφαση που με βασάνιζε, το περπάτημα μέσα στη λονδρέζικη ομίχλη ήταν υπέραρκετό για να ξεθάψει την απάντηση, το μόνο που ήθελα τώρα ήταν κάπου να καθίσω.

59 λεπτά.

Τα έτρεξα. Μέσα μου, ακόμα χάος. Αλλά τα έτρεξα, σχεδόν. Θα μπορούσα να μην τα έχω καταφέρει, αλλά τα κατάφερα. Τώρα θέλω κάπου να καθίσω.

By the book

«Έτρεξα και τρία δεκάρια μέσα στη βδομάδα…»

Ο Αντώνης με κοιτάζει με παράπονο/περιφρόνηση/αγανάκτηση. Βδελυγμία. «Δεν ακολουθείς το πρόγραμμα, ε;»

«Μα, ναι, αφού…»

«Το πρόγραμμα έλεγε ένα εννιάρι, ένα εντεκάρι και ένα δεκάρι. Δεν το ακολουθείς».

«Με δουλεύεις, ναι;»

Όχι, δεν με δουλεύει.

Έχει γίνει το απόλυτο running nerd και το ζει με πάθος.

By steve.garner32

Αρνείται να τρέξει 200 μέτρα λιγότερο ή περισσότερο απ’ αυτό που ορίζει το πρόγραμμά μας και όταν τρέχουμε μαζί μου κάνει ερωτήσεις τύπου «Λένε ότι πρέπει να διατηρείς σταθερό ρυθμό σε όλη τη διαδρομή. Τι εννοούν, όμως, την εξωτερική ταχύτητα ή την εσωτερική προσπάθεια; Δηλαδή τι κάνεις στις ανηφόρες;». Μου εξηγεί ότι «αυτές τις μέρες» προσπαθεί να φτιάξει τη στάση του και του δίνω μάξιμουμ δυο βδομάδες ακόμα πριν έρθει να μου κάνει παρουσίαση powerpoint για τζελ, μπάρες και ισοτονικά ποτά.

Κουνάω το κεφάλι. Γελάω. Ντρέπομαι. Τον καμαρώνω. Continue reading By the book

Πόσο δίκαιο είναι το τρέξιμο;

6.30 το πρωί, στο δρόμο για την Πολυτεχνειούπολη. Η γέφυρα Καλατράβα μου φαίνεται επιτέλους συμπαθητική, γιατί είναι πια σχεδόν φθινόπωρο και το πρωινό φως είναι μουντό, ρομαντικό και σκοτεινό όσο πρέπει. Τρέχω για λίγο στο πεζοδρόμιο -σύντομα πρέπει να κατέβω, γιατί έξω από την Κεντρική Υπηρεσία Ασύλου υπάρχει κάθε πρωί ουρά από ανθρώπους, μετανάστες, ξάγρυπνους, που περιμένουν (ώρες;) για μία αίτηση, μία απάντηση, κάτι χαρτιά που μάλλον θα ορίσουν τη ζωή τους για τους επόμενους μήνες.

Ασυναίσθητα σκύβω το κεφάλι. Κάθε φορά. Κι ας είναι ακόμα σχεδόν φθινόπωρο, κι ας μην τσούζει το κρύο, κι ας μην είναι πίσσα σκοτάδι, κι ας χαμογελάνε οι περισσότεροι από αυτούς βλέποντάς με να ανηφορίζω. Στην υπόλοιπη διαδρομή προσπαθώ να το εξηγήσω στον εαυτό μου:

Μου δίνει αφορμή για να σκεφτώ το γεγονός ότι έχω χρόνο να τρέχω για το κέφι μου.

Το ότι σηκώνομαι στις 6 το πρωί όχι για να πάω για ένα, κάποιο, ίσως, μεροκάματο, ή για κάτι χαρτιά, αλλά για κάτι που με κάνει να νιώθω πιο ωραία.

Το ότι έχω φάει αρκετά ώστε να έχω δύναμη να τρέξω.

Το ότι έχω ρούχα (παμπάλαια, ναι, αλλά και πάλι ρούχα) μόνο για το τρέξιμο.

Έχω παπούτσια με αερόσολα, μόνο για το τρέξιμο.

Έχω χώρο, στο μυαλό και στη μέρα μου, για να φτιάξω πρόγραμμα, να σκεφτώ πού θα πάω, να βάλω ένα στόχο άσκησης/εκτόνωσης/αναψυχής, αντί να σκέφτομαι την κάθε στιγμή μόνο με όρους επιβίωσης.

Χαίρομαι. Είναι σωστό και είναι έμπνευση το να νιώθω ευγνώμων κάθε πρωί για κάτι τέτοιο. Continue reading Πόσο δίκαιο είναι το τρέξιμο;