Breaking sad

Είμαι κομμάτια, πιάνω πάτο. Το κεφάλι και στο στομάχι μου είναι δύο κουβάρια, απ’ αυτά που σε κάνουν να φοβάσαι ότι τα πράγματα δε θα φτιάξουν ποτέ και ότι τελευταία φορά η ζωή ήταν ωραία όταν τελείωσες τις Πανελλήνιες.

3

Έχω ήδη περπατήσει τη μισή Αθήνα. Έχω περπατήσει περισσότερο απ’ ότι προλαβαίνω/αντέχω/θεωρείται λογικό για ανθρώπους που δεν είναι vagabonds.

Φταίει που, στα μεγάλα ζόρια, το μόνο που με κάνει να ελπίζω ότι μπορεί τελικά να τη βγάλω καθαρή είναι κάτι με κίνηση και λίγη προσπάθεια, κάτι μοναχικό και κατά βάση μηχανικό, που κουράζει το σώμα μου και ξεκουράζει το μυαλό μου, δίνοντάς του χώρο και χρόνο και ερεθίσματα για να ψάξει παντού να βρει κάποια λύση.

Τώρα όμως πρέπει να τρέξω. Αισθάνομαι την επιτακτική ανάγκη να τρέξω –που δεν προκύπτει από μέσα μου, αλλά από τη φυγόκεντρο αυτής της διαδικασίας που λέγεται προετοιμασία και που μ’ έχει παρασύρει, γενικά.

Εγώ η ίδια δεν θέλω να τρέξω. Ζηλεύω τους ανθρώπους που στα δύσκολα βλέπουν το τρέξιμο σαν εκτόνωση, που το αποζητούν. Δεν είμαι ακόμα από αυτούς. Την ώρα που τρέχω, σχεδόν κάθε στιγμή, διαπραγματεύομαι την ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτό που μπορώ και σ’ αυτό που θέλω να κάνω. Η κίνηση δεν είναι ακριβώς μηχανική: χρειάζεται πάντα ένα κομμάτι της προσοχής σου, σαν μία δραστηριότητα που δεν είναι 100% σίγουρο ότι μπορείς να φέρεις σε πέρας. Μπορεί και να μην τα καταφέρεις.

Στο μεταξύ, φοράω παπούτσια. Ξεκινάω. Πολύ αργά, ελάχιστα πιο γρήγορα απ’ ότι αν περπατούσα. Το ένα πόδι μπροστά από το άλλο κι ύστερα το άλλο μπροστά από το ένα κι ύστερα ξανά (“Ποιο είναι το ένα και ποιο είναι το άλλο, μαμά;”). Χωρίς ακουστικά, μουσική, τίποτα. Δεν μπορώ, θέλω να σταματήσω. Θέλω να καθίσω στο πεζούλι και να μπήξω τα κλάματα. Αναπνοή, το ένα πόδι μπροστά από το άλλο.

3 λεπτά.

Να τρέξω μία ώρα. Μόνο μία ώρα. Αποκλείεται να τρέξω μία ώρα. Το σώμα μου δεν μπορεί να χαλαρώσει, το μυαλό μου δεν μπορεί να χαλαρώσει, τι νόημα έχει, ποτέ δε θα βρω τη λύση έτσι. Η άλλη πώς τρέχει τόσο ανάλαφρα, εγώ με κάθε βήμα νιώθω ότι το έδαφος θα κάνει κρατήρα, ένα σε κάθε πόδι.

7 λεπτά.

Είναι τόσα πολλά αυτά που νιώθω ότι δεν μπορώ να ελέγξω αυτή τη στιγμή. Αν συνεχίσω να τρέχω, θα μπορώ τουλάχιστον να ελέγξω αυτό. Την προσπάθεια, την προπόνηση, την προετοιμασία. Το αποτέλεσμα, μάλλον ποτέ. Αλλά αυτό ίσως να μην έχει τόση σημασία.

15 λεπτά.

Άλλα 45 λεπτά, αποκλείεται. Δεν νιώθω κούραση, δεν έχω λαχανιάσει, απλώς δεν έχει νόημα. Ξοδεύω ενέργεια και προσοχή και κουράγιο για κάτι που δε με φέρνει πιο κοντά στη λύση. Θέλω να σταματήσω. Ένα λεπτό ακόμα, μόνο αυτό.

25 λεπτά.

Δεν θα σταματήσω. Με ένα σχεδόν μεταφυσικό τρόπο έχει σημασία να καταφέρω αυτό, ειδικά αυτό, που πιστεύω ότι δεν μπορώ να καταφέρω. Αυτή είναι η διαφορά, στο περπάτημα δεν έχεις στόχο.

40 λεπτά.

Τρέχω ακόμα. Πολύ αργά, ελάχιστα πιο γρήγορα απ’ ότι αν περπατούσα. Μπορώ και σκέφτομαι τώρα. Ελάχιστα πιο δύσκολα απ’ ότι αν περπατούσα. Όπως εκείνη τη μέρα, ούτε ξέρω πόσα χρόνια πριν, που ξεκίνησα από το Bethnal Green χαράματα στις πεντέμισι και έφτασα στη δουλειά, τρία στενά πάνω από το τέρμα της Oxford Street δύο λεπτά μετά τις εννιά. “You look funny, dear” μου είπε το αφεντικό μου όταν μπήκα στραπατσαρισμένη στο posh γραφείο με τα πανύψηλα παράθυρα, αλλά εγώ είχα πάρει την απόφαση που με βασάνιζε, το περπάτημα μέσα στη λονδρέζικη ομίχλη ήταν υπέραρκετό για να ξεθάψει την απάντηση, το μόνο που ήθελα τώρα ήταν κάπου να καθίσω.

59 λεπτά.

Τα έτρεξα. Μέσα μου, ακόμα χάος. Αλλά τα έτρεξα, σχεδόν. Θα μπορούσα να μην τα έχω καταφέρει, αλλά τα κατάφερα. Τώρα θέλω κάπου να καθίσω.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s