New York, New York

Ο Γιάννης μου έδωσε το βιβλίο με διστακτικό/ύπουλο τρόπο: «Εντάξει, ξέρω ότι είπες πως δεν θα διαβάσεις τίποτα για το τρέξιμο μέχρι τον αγώνα, αλλά πάρε αυτό, μπορεί να θελήσεις να του ρίξεις μια ματιά κάποια μέρα.»

(Τη δεύτερη φορά, τρεις μέρες μετά, πάλι την πάτησα: μου σύστησε τον χειροπράκτη του με αθώο βλέμμα και με μηδέν νύξεις για το πώς ο συγκεκριμένος χειροπράκτης σε κάνει να εύχεσαι, αντί για το ιατρείο του, να βρισκόσουν στην αίθουσα τοκετού χωρίς επισκληρίδειο. Δύο μέρες μετά, το πόδι μου ήταν περδίκι.)

Κι ύστερα, την ώρα που έπαιρνα χλιαρά το βιβλίο (Ο άλλος του εαυτός, του Alan Zweibel, εκδ. Μελάνι) στα χέρια μου, είπε τη μαγική φράση: «Το έγραψε ένας από τους σεναριογράφους του Monk. Είναι τρομερά αστείο.»

***

Μια εβδομάδα αργότερα, ξεκίνησε η προσαρμογή της Στεφανίας στον παιδικό. Ξέρεις, αυτή η συγκινητική/άχαρη φάση, όπου περιμένεις έξω από την αίθουσα με τα είκοσι νήπια μέχρι να το δικό σου να κλάψει/τρέξει κατά πάνω σου λες και το άφησες μόνο ανάμεσα στους κροκόδειλους του Αμαζονίου/δαγκώσειτραμπουκίσειτραυματίσει κάποιο άλλο παιδάκι/δαγκωθείτραμπουκιστείτραυματιστεί από αυτό. Έχωσα το Monk-βιβλίο στην τσάντα με το σκεπτικό ότι γι’ αυτή τη φάση χρειαζόμουν πραγματικά κάτι τρομερά αστείο. Εξήγησα στον David Foster Wallace και στο The gate at the stairs, που ακόμα το παλεύω, ότι χρειάζονται τουλάχιστον τη σιωπή των αμνών τριγύρω για να διαβαστούν και βγήκα από το σπίτι προσπαθώντας να ισορροπήσω δίπλα στη Στεφανία. Η οποία, αφού περπάτησε σαν κάβουρας, σαν άλογο και σαν μεθυσμένη μέχρι τη στάση του λεωφορείου, και αντίθετα προς όλες τις προβλέψεις συγγενών, φίλων, της ΕΜΥ και του Ρουμπινί, μπήκε στην αίθουσα με τα άλλα παιδιά και ξαναβγήκε μόνο αφού εγώ είχα ήδη φτάσει στο τέταρτο κεφάλαιο του «Ο άλλος του εαυτός».

***

Δεν έχω προχωρήσει πολύ, τώρα είμαι στο έκτο (η προσαρμογή τελείωσε, τώρα η Στεφανία ζητάει να πάει μόνη της ως την Ιπποκράτους). Όμως όλο και ξεκλέβω πεντάλεπτα για να διαβάσω άλλο ένα μίλι –γιατί, ξέχασα να πω, ο πρώην Μονκ έχει χωρίσει το βιβλίο σε 26 κεφάλαια, ένα για κάθε μίλι του μαραθωνίου της Νέας Υόρκης, που ο ήρωάς του αποφασίζει να τρέξει, με στόχο να ξαναπάρει τον έλεγχο της ζωής του στα χέρια του. Και είναι όντως αστείος, αν και είμαι σίγουρη ότι είναι ακόμα πιο αστείος στο πρωτότυπο κείμενό του.

Μ’ αρέσει ο τρόπος με τον οποίο περνάει από το παρόν του μαραθωνίου στο παρελθόν της. Μ’ αρέσει ο τρόπος που σε ξεναγεί στην πόλη, μ’ αρέσει ο τρόπος που στήνει τους ήρωές του, χωρίς να τους κρίνει ή να τους ιεραρχεί. Μ’ αρέσει φυσικά το ότι συμφωνεί με την αγαπημένη μου φαντασίωση, που λέει ότι μπορείς να φέρεις τα πάνω-κάτω στη ζωή σου, ακόμα κι όταν αισθάνεσαι κολλημένος στον τοίχο, αρκεί να ξεκινήσεις με κάτι μικρό. (Δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρεις, αλλά πάντως θα είσαι πιο μποστά από κάποιον που δεν δοκίμασε καν.) Και βέβαια, θέλω ήδη κολασμένα να τρέξω κάποτε το μαραθώνιο της Νέας Υόρκης.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s