Tag Archives: μαραθώνιος

Εικοσιτέσσερα

Ίσως και να μην ήταν τόσο σημαντικό. Τουλάχιστον όχι πιο σημαντικό από κάθε long run που ολοκληρώνεις, και που, για περίπου πέντε λεπτά μετά τον τερματισμό, σου φαίνεται ο μεγαλύτερος άθλος –μέχρι το επόμενο σαββατοκύριακο.

Από την άλλη, είναι.

24kaikati

Γιατί τα εικοσιτέσσερα χιλιόμετρα είναι η φορά που μπορείς να πεις «έχω πια λιγότερο από άλλο τόσο».

Γιατί αν αντιστρέψεις τα νούμερα, έχεις σχεδόν φτάσει.

Γιατί απέχεις μόλις οχτώ χιλιόμετρα από τη μεγαλύτερη προπόνησή σου.

Γιατί απέχεις μόλις οχτώ εβδομάδες από τον αγώνα σου.

Γιατί πια δεν μπορείς να τρέξεις χωρίς να φας κάτι κατά τη διάρκεια.

Γιατί παίρνεις μια ιδέα του πώς είναι να νιώθεις ότι δεν αντέχεις άλλο και παράλληλα να ξέρεις ότι τώρα πρέπει ν’ αρχίσεις να βάζεις απλώς το ένα πόδι μπροστά από το άλλο. Ασταμάτητα. Μηχανικά. Σαν να μη συμβαίνει κάτι. Σαν να απέχει ο τερματισμός μόνο ένα ακόμη βήμα.

 

Advertisements

Πώς να τρέξεις λίιιιγο ακόμα

Στους γύρους τροχάδην στο προαύλιο.

Στις επιδείξεις της ρυθμικής.

Στις δύσκολες/βαρετές/απαίσιες μέρες του Λυκείου.

Στις φανταστικές μέρες, απ’ αυτές που είχα συνέχεια την αίσθηση ότι κάτι καταπληκτικό θα συμβεί.

Στις εξετάσεις.

Στις συναυλίες. Στις γιορτές.

Στους αγώνες βόλεϊ, όταν ξεχνούσαν ότι είμαι άμπαλη.

Στις σκυταλοδρομίες.

Πάντα, στην εφηβεία μου, για να βρω το νεύρο μου, να ξεχάσω το άγχος μου, να κόψω τις αναβολές, να σταματήσω να σέρνω τα πόδια μου, να κάνω το καλύτερο που μπορώ, να φανταστώ ότι μπορώ και κάτι ακόμα καλύτερο, πάντα φανταζόμουν ότι ο γκόμενος που μου άρεσε κάθε φορά ήταν κάπου κρυμμένος εκεί κοντά και με έβλεπε να το παλεύω.

Να, κάπως έτσι.

#alli_douleia_den_eixe #ksero #whatever_works_though

Γιατί, μαμά;

–          Στεφανάκι, πάω για τρέξιμο.

–          Γιατί, βλε μαμά;

–          Για να τρέξω λίγο πιο μακριά από την προηγούμενη φορά, μωρό μου.

–          Γιατί, βλε μαμά;

photo stef

–          Για να συνηθίσω και να γίνω πιο δυνατή και να το κάνω πιο εύκολα, αγάπη μου.

–          Γιατί, βλε μαμά;

–          Για να τρέξω σ’ εκείνο τον αγώνα που λέγαμε, το Νοέμβριο, θυμάσαι;

–          Γιατί, βλε μαμά;

–          Γιατί εκεί θα τρέχει πολύς κόσμος, που έχει έρθει κι έχει προετοιμαστεί ειδικά γι’ αυτόν τον αγώνα.

–          Γιατί, βλε μαμά;

–          Γιατί στους αγώνες σπρώχνουμε τον εαυτό μας λίγο παραπάνω και βλέπουμε πόσα πράγματα έχουμε καταφέρει.

–          Γιατί, βλε μαμά;

–          Γιατί είναι ωραίο να βλέπεις ότι γίνεσαι καλύτερη σε κάτι.

–          Γιατί, βλε μαμά;

–          Γιατί όταν κάτι σου αρέσει θέλεις να βελτιώνεσαι σ’ αυτό. Και το τρέξιμο μας αρέσει πολύ.

–          Γιατί, βλε μαμά;

–          Γιατί όταν τρέχεις νιώθεις ότι μπορείς να πας όπου θες, νιώθεις ότι πετάς από πάνω σου τα πράγματα που δεν θέλεις και είναι ωραία να σου φυσάει ο αέρας το πρόσωπο.

–          Γιατί, βλε μαμά;

–          Γιατί καμιά φορά στην καθημερινή μας ζωή ξεχνάμε να το κάνουμε αυτό.

–          Γιατί, βλε μαμά;

–          Γιατί τόση ώρα, Στεφανία μου, εγώ θα είχα φτάσει στο Μαραθώνα.

Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλαω για τον Μουρακάμι

Ο Μουρακάμι περιμένει υπομονετικά δίπλα στον υπολογιστή μου (από κάτω του περιμένει επίσης ένα βιβλίο που λέγεται Women Who Run With The Wolves. Άλλο άθλημα αυτό. Νομίζω.).

photo murakami

Παραδόξως, το μόνο που έχω διαβάσει γι’ αυτό το βιβλίο είναι η φράση «αυτό το βιβλίο πρέπει να το διαβάσεις» σε πάρα πολλές παραλλαγές. Δεν ξέρω αν φταίει το ότι όταν μου λένε, σε πολλές παραλλαγές, ότι πρέπει να διαβάσω κάτι, μουλαρώνω και δε θέλω ούτε να το δω. Ή το ότι για κάποιο λόγο είχα στο κεφάλι μου την εικόνα ότι το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένας μεγάλος τόμος και πραγματικά δυσκολεύομαι να διαβάσω μεγάλους τόμους που δεν είναι μυθιστορήματα. Τελικά το συγκεκριμένο τόμος δεν είναι. Παρόλ’ αυτά δεν το έχω διαβάσει, το οποίο ακούγεται σχεδόν ύβρις για κάποια που γράφει ένα μπλογκ για το τρέξιμο, forgodssake.

Αλλά και πάλι, αποκλείεται να το διαβάσω πριν τελειώσει αυτή εδώ η προετοιμασία.

[Φυσικά, επειδή είμαι ο άνθρωπος που ξέρεις ή που αρχίζεις να φαντάζεσαι, όση ώρα τα γράφω αυτά, έχω ανοίξει τον Μουρακάμι και διαβάζω τον πρόλογο. Όπου ευτυχώς αναφέρει ένα παλιό άρθρο της International Herald Tribune, στο οποίο διάσημοι δρομείς μοιράζονται τα motivational mantras που τους βοηθάνε να συνεχίσουν να τρέχουν, ακόμα κι όταν αισθάνονται ότι είναι αδύνατο να συνεχίσουν να τρέχουν. Είναι μια καλή στιγμή να κλείσω το βιβλίο και να ψάξω να βρω το άρθρο. Βρίσκω το άρθρο αλλά είναι ανοιχτό μόνο επί πληρωμή. Κλείνω τσαντισμένη τον browser και συνεχίζω να γράφω.]

Αποκλείεται, λοιπόν, να διαβάσω τον Μουρακάμι πριν τελειώσει αυτή εδώ η προετοιμασία, με την ίδια λογική που δεν διάβαζα Naomi Wolf όσο ήμουν έγκυος και έγραφα για την εγκυμοσύνη, ούτε διάβαζα εφηβικά μυθιστορήματα τίγκα στο υπαρξιακό όσο έγραφα το δικό μου (μην το ψάξεις ακόμα, θα σου πω).

Γιατί, ως τώρα τουλάχιστον, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος που έχω βρει για να γράψω για ένα θέμα είναι να μαζέψω τις σκέψεις μου γύρω από άλλα, φαινομενικά άσχετα, θέματα και με ένα σχεδόν μη ελεγχόμενο τρόπο να τις συνδυάσω με το πρώτο.

Αλλιώς: αν όλα σου τα ερεθίσματα προέρχονται από το χώρο της κουζίνας, μου φαίνεται πολύ δύσκολο να γράψεις για τη μαγειρική ή για το φαγητό κάτι που να μην είναι ασύλληπτα βαρετό. Αν πάλι βγεις εκεί έξω και παρατηρήσεις τα παιδιά από οικογένειες μεταναστών, 9 χρονών το μεγαλύτερο, που κάθε απόγευμα κατεβαίνουν στην παιδική χαρά, και προσέχουν, μόνα, τα μικρότερα αδερφάκια τους, τότε μπορεί να γυρίσεις και να γράψεις ένα φανταστικό κείμενο για κάτι που σχετίζεται με το φαγητό και την αγάπη και τις μυρωδιές που βγαίνουν από την κατσαρόλα όταν μαγειρεύει ο μπαμπάς σου και τις μυρωδιές που βγαίνουν από το φούρνο όταν είσαι 8 χρονών και καις τα μπιφτέκια για πρώτη φορά.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με το τρέξιμο. Γιατί την ώρα που τα πόδια σου κάνουν τη μισή δουλειά, το μυαλό σου πρέπει να κάνει την υπόλοιπη. Να ξαναφέρει στην επιφάνεια εικόνες και σκέψεις που δεν έχουν να κάνουν με το τρέξιμο, να τις κοιτάξει αλλιώς, να μιλήσει μαζί τους, να πετάξει από πάνω του όσα δεν χρειάζεται πια και να κατασκευάσει άλλα, αυτά που πιθανότατα θα πας να γράψεις μετά.

Αλλά ξέφυγα.

Ίσως ο βασικός λόγος που δεν ξεκινάω ακόμα να διαβάζω τον Μουρακάμι, είναι ότι αμφιβάλλω σοβαρά για το αν μετά θα έχω το κουράγιο να συνεχίσω να γράφω για πράγματα που έχουν ήδη γραφτεί έτσι, με αυτόν τον τρόπο, που απ’ ότι φαίνεται κάνει απολύτως απαραίτητο το να τα διαβάσεις.

 

Ice, ice, baby

Εδώ, αγκαλιά με την παγοκύστη.

pagokusti

Πάνω που ετοίμαζα ποστ ψυχικής ανάτασης γράφοντας πόσο ομαλά έχει κυλήσει αυτή η πρώτη περίοδος της προετοιμασίας, χωρίς τραυματισμούς –ακούς, χωρίς τραυματισμούς- πάρ’ την κάτω τη δρομέα. Για την ακρίβεια, όχι κάτω, απλώς λίγο πιο δεξιά απ’ ότι έπρεπε στη διάταση του προσαγωγού, και να ‘την τώρα η κάκωση στον τένοντα.

Και να σκεφτείς ότι σιχαίνομαι τις παγοκύστες. Όχι για άλλο λόγο, απλώς επειδή η κρυάδα μένει εκεί πολλή ώρα για να σου θυμίζει ότι, όχι, όταν σηκωθείς δεν θα μπορείς να τα κάνεις όλα όπως πριν, θα πρέπει ακόμα να προσέχεις -στην καλύτερη περίπτωση, γιατί στη χειρότερη εύχεσαι να καταφέρεις απλώς να σηκωθείς. Εδώ έχουμε μία από τις καλές, αλλά και πάλι: τώρα δεν ήταν ώρα για προσοχή, ήταν ώρα δώσ’ τα όλα. Ώρα πετάμε. Ώρα τρέχουμε. Ώρα το ‘χουμε.

Ηττοπάθειες. Το ‘χουμε ακόμα, μην κοιτάς που η τάση μου είναι να κάνω την τρίχα τριχιά και την κάκωση τετραπληγία. Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να τρέξω τα 21 χιλιόμετρα το σαββατοκύριακο, αλλά αυτού του επιπέδου η αναποδιά σε καμία περίπτωση δεν μπορείς να πεις ότι ξεφεύγει από τα αναμενόμενα μιας προετοιμασίας για μαραθώνιο, forgodssake. Οι προπονήσεις είναι μετρημένες μεν, κανείς δεν απαγορεύει μερικές ταρζανιές δημιουργικής λογιστικής δε –μια ανακατανομή των χιλιομέτρων, αναπλήρωση των κενών με παγοκύστες. Και με προσοχή.

Γιατί τρέχω μαραθώνιο #2

Η τηλεόραση στο σπίτι είναι ανοιχτή και χαζεύω το Lonely Planet. Δεν είμαι σίγουρη πού βρίσκεται ο τυπάκος αυτή τη φορά, είμαι μόνο σίγουρη για το ότι σε λίγο θα πηδήξει, δεμένος με σκοινί, από μια πανύψηλη γέφυρα (και, να ξέρεις, δεν είμαι υπερευαίσθητη με τα ύψη: η γέφυρα είναι ΠΑΝΥΨΗΛΗ). Το πλάνο είναι ότι, πηδώντας, θα φτάσει ως το πιο χαμηλό σημείο του φαραγγιού που βρίσκεται κάτω από τη γέφυρα, θα αιωρηθεί κατά μήκος του σαν έκκρεμές, φτάνοντας σχεδόν στο ύψος απ’ όπου ξεκίνησε, από την άλλη πλευρά, και στη συνέχεια… η συνέχεια δεν έχει και τόση σημασία αν σ’ αυτό το σημείο δεν έχεις ήδη πεθάνει από καρδιακή ανακοπή.

Υπό κανονικές συνθήκες δεν θα συνέχιζα να βλέπω: δεν είμαι καλή στις εκρήξεις αδρεναλίνης, ούτε καν όταν συμβαίνουν σε άλλους, ούτε καν όταν προκύπτουν από ένα σπριντ στο τρέξιμο (ναι, σιχαίνομαι τις διαλειμματικές προπονήσεις, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ποστ). Το μόνο που με κρατάει, που με κάνει μέχρι και να θέλω στ’ αλήθεια να παρακολουθήσω αυτή τη φάση, είναι ότι ο τύπος (που είναι κατά συρροή bungee jumper, όχι κανένας πρωτάρης) δεν κάνει κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια, ενώ ετοιμάζεται να πέσει, να βάλει φρένο στο φόβο του. Απλώς παραδέχεται ότι φοβάται. Το επαναλαμβάνει ακόμα και την ώρα που πηδάει τελικά –κι αυτό, με έναν περίεργο τρόπο, βοηθάει την καρδιά μου να αντισταθεί στο σπάσιμο. Είναι ειλικρινής, είναι ανθρώπινος.

Continue reading Γιατί τρέχω μαραθώνιο #2

Imagine all the music

Φαντάσου να τρέχεις, Νοέμβριο, κάτω από τη γέφυρα της Μεσογείων, και ν’ ακούς την μπάντα, ενώ έξω, δέκα βήματα πιο μετά, βρέχει καρέκλες. #truestory

Φαντάσου, λέει, σε όλο το μήκος του μαραθωνίου να έπαιζαν τύποι σαν τους Λαγούς.

Ή και άλλοι, διαφορετικοί. Όπως Βαρκελώνη.

By procsilas

Φαντάσου ο Δήμος να έδινε δωρεάν wi-fi σε όλη τη διαδρομή, και να μπορείς να έχεις το Stereomood για DJ, να σου βάζει τραγούδια ανάλογα με το πόσο μακριά νιώθεις από το τέρμα.

Φαντάσου να μπορούσαμε να ανταλλάζουμε players καθώς με προσπερνάς ή σε προσπερνάω. #runflirt

Φαντάσου να μπορούσαμε να φτιάξουμε όλοι μαζί, πριν τρέξουμε, ένα playlist με όλα τα powersongs μας. #crowdsourcing

Φαντάσου να μάζευε κάποιους τους ήχους του αγώνα και να τους έκανε μουσική, με λούπες από κορναρίσματα ανυπόμονων οδηγών και ρυθμό από πόδια που τρέχουν.

Φαντάσου, μετά τον τερματισμό, να γινόταν όλο το κέντρο ένα τεράστιο πάρτι.

Killing meh softly

Ήταν από τις μέρες εκείνες: που νιώθεις τα πόδια σου βαριά σαν σακιά με άμμο. Που αγκομαχάς (δε λαχανιάζεις, αγκομαχάς) πριν φτάσεις στην ανηφόρα. Πού κοιτάς το ρολόι ή το μετρητή των χιλιομέτρων πριν κάνεις πέντε βήματα από την προηγούμενη φορά που το κοίταξες. Που αναρωτιέσαι τι διάβολο ήταν αυτό που σ’ έκανε τις προηγούμενες μέρες να πετάς, ενώ τώρα σέρνεσαι σα να σηκώθηκες μόλις από τον καναπέ μετά από τρία χρόνια κραιπάλης.

Σύντομα ξεκινάς (εγώ, δηλαδή, ξεκινάω) τις εικασίες: φταίει κάτι που έφαγες ή δεν έφαγες, οι τρεις γουλιές μπύρας το προηγούμενο βράδυ στην Πηγή, οι ώρες που κοιμήθηκες, οι φορές που ξύπνησες, τα παπούτσια, τα ρούχα, τα άστρα, η υπερβολική προσπάθεια, η ανεπαρκής προσπάθεια, η νέμεση που θα σε κυνηγάει μέχρι και τη μέρα του αγώνα, επειδή πίστεψες ότι μπορείς να το κάνεις και αυτή τη φορά; Τις περισσότερες φορές θα βρεις μια πειστική εξήγηση –κατά τη γνώμη μου, μόνο τις μισές θα έχεις δίκιο. Τις υπόλοιπες, η εξήγηση χρησιμεύει μόνο στο να συνεχίσεις να ελπίζεις ότι θα ξανατρέξεις όπως προχθές, ότι αύριο (έστω, μεθαύριο) θα είναι μια καινούρια μέρα.

Παραμένει, φυσικά, το πρόβλημα τι θα κάνεις εκείνη τη στιγμή, που τα πόδια συνεχίζουν να σηκώνουν αδικαιολόγητη ποσότητα σκόνης από το δρόμο. Καμιά φορά αρκεί να σφίξεις τα δόντια για το πρώτο δεκάλεπτο –μετά γίνονται όλα όπως θα ‘πρεπε να είναι και συνεχίζεις σφαίρα μέχρι το φεγγάρι. Καμιά φορά σε παίρνει να σφίξεις τα δόντια γενικώς, μέχρι να φτάσεις σε ένα σημείο που θεωρείς αξιοπρεπές (ίσως και μέχρι το τέλος) και να γυρίσεις σπίτι με ήσυχη συνείδηση, και καμιά φορά το μόνο που σου μένει είναι να γυρίσεις σπίτι χωρίς τίποτα ενδιάμεσο και να κρεμάσεις τη φανέλα μέχρι αύριο (έστω, μεθαύριο ή και την επόμενη βδομάδα).

Υποθέτω ότι από μία Ζεν οπτική (δεν το ‘χω διαβάσει), κάθε φορά κάνεις το σωστό για εκείνη τη συγκεκριμένη φορά, αλλά φυσικά, αν είσαι τόσο λίγο ζεν όσο εγώ, πάντα συνεχίζεις να αναρωτιέσαι για κανένα τρίωρο μετά αν δεν είσαι απλώς υπερβολικά σκληρή ή υπερβολικά τεμπέλα.

Σήμερα, την ώρα που ανέβαινα -αγκομαχώντας, είπαμε- την πρώτη ανηφόρα, είδα μπροστά μου την Κατερίνα να περπατάει, έχοντας τελειώσει τη δική της διαδρομή. Ιδέα: θα μπορούσα άνετα να σταματήσω, να συνεχίσω περπατώντας μαζί της, αύριο (έστω, μεθαύριο) είναι μια καινούρια μέρα. Το σκέφτηκα μέχρι να φτάσω δίπλα της κι ύστερα της σφύριξα, είπα καλημέρα, θα τα πούμε στην παραλία, και συνέχισα κανονικά.

Η δεύτερη ανηφόρα βγήκε με απλό λαχάνιασμα και τα υπόλοιπα έξι χιλιόμετρα, αν και δεν θα ‘λεγα ποτέ ότι κύλησαν σαν νερό, παρόλ’ αυτά πέρασαν κάτω από τα πόδια μου χωρίς δράματα και ασήκωτα βαρίδια. Κι ύστερα, όταν έφτασα πια στο σπίτι, και μου έκανα ένα νοερό πατ-πατ στην πλάτη, μου ήρθε μια σκέψη: ότι καμιά φορά, για να τα δώσεις όλα σε μια απόφαση, πρέπει πρώτα να απορρίψεις συνειδητά την εναλλακτική της. Όσο τις κρατάς και τις δύο ταυτόχρονα, ως πιθανότητες, στο μυαλό σου, καμία δε νιώθεις απόλυτα δική σου. Και συνεχίζεις να τρέχεις με βαριά πόδια μέχρι να καταλήξεις κάπου (πιστεύοντας ότι το κάνεις κατ’ ανάγκη) κι ότι ο δρόμος σου είναι, σε μεγάλο βαθμό, θέμα μιας ανέλεγκτης τύχης.

Σήμερα, ξεκούραση.

ΠΣ. Η μικρή μου πείρα μου έχει δείξει ότι οι κακές μέρες γίνονται καλύτερες με τη σωστή μουσική, έχουν πολύ μικρές πιθανότητες να βελτιωθούν όταν τρέχεις σε διάδρομο και είναι η ιδανική ευκαιρία για να γράψεις ένα ποστ για το τρέξιμο, όση ώρα βρίσκεσαι στο δρόμο.

Running power

Άραγε, υπάρχει μαραθωνοδρόμος που αισθάνεται ότι στην υπόλοιπη ζωή του είναι loser;

Υπάρχει πιθανότητα να κατακτάς ένα στόχο τόσο μη αυτονόητο και να έχεις την αίσθηση ότι οι άλλοι στόχοι σου γλιστράνε μέσα από τα χέρια, σαν energy gel;

snail

Υπάρχει πιθανότητα να τρέχεις προς μία γραμμή τερματισμού και να μη βρίσκεις στόχους για τα υπόλοιπα πράγματα που αγαπάς;

Δεν έχω την απάντηση.

Μπορεί το τρέξιμο από μόνο του να μην είναι αρκετό για να σε φέρει πιο κοντά σε όλα όσα ονειρεύεσαι να κάνεις.

finish line

Αλλά σίγουρα είναι μια δυνατή αρχή.

Πλάνο, αεροπλάνο

Αυτό θα είναι το πλάνο μας, λοιπόν.

planΔιαβάζεται απλό. Δεν είναι και τόσο. Είναι όμως εφικτό.

Από σήμερα θα τρέχω στη μαγευτική Στούπα. Εδώ κάπου (#cult).

Με τη Ρόη, αυτή τη φορά. Η οποία δεν ετοιμάζεται για μαραθώνιο, αλλά το 10άρι σίγουρα θα το τρέξει (χτίζω κερκίδα, καταλαβαίνεις).

Ξέρω ότι δεν θα τρέχω τόσο ευσυνείδητα όσο αν δεν με περίμενε η θάλασσα, ο ήλιος, τα καλαμαράκια, αλλά ξέρω επίσης πως όσο πιο πολύ τρέχω τόσο πιο εύκολα θα γυρίσω το διακόπτη του μυαλού μου στο off.

Κι αυτό (θα τα ξαναπούμε, αλλά) είναι όσο σημαντικό φαντάζεσαι για να τρέξεις οτιδήποτε παραπάνω από το Σύνταγμα-Κηφισιά.

Ξεκινάμε;