Tag Archives: προπόνηση

Killing meh softly

Ήταν από τις μέρες εκείνες: που νιώθεις τα πόδια σου βαριά σαν σακιά με άμμο. Που αγκομαχάς (δε λαχανιάζεις, αγκομαχάς) πριν φτάσεις στην ανηφόρα. Πού κοιτάς το ρολόι ή το μετρητή των χιλιομέτρων πριν κάνεις πέντε βήματα από την προηγούμενη φορά που το κοίταξες. Που αναρωτιέσαι τι διάβολο ήταν αυτό που σ’ έκανε τις προηγούμενες μέρες να πετάς, ενώ τώρα σέρνεσαι σα να σηκώθηκες μόλις από τον καναπέ μετά από τρία χρόνια κραιπάλης.

Σύντομα ξεκινάς (εγώ, δηλαδή, ξεκινάω) τις εικασίες: φταίει κάτι που έφαγες ή δεν έφαγες, οι τρεις γουλιές μπύρας το προηγούμενο βράδυ στην Πηγή, οι ώρες που κοιμήθηκες, οι φορές που ξύπνησες, τα παπούτσια, τα ρούχα, τα άστρα, η υπερβολική προσπάθεια, η ανεπαρκής προσπάθεια, η νέμεση που θα σε κυνηγάει μέχρι και τη μέρα του αγώνα, επειδή πίστεψες ότι μπορείς να το κάνεις και αυτή τη φορά; Τις περισσότερες φορές θα βρεις μια πειστική εξήγηση –κατά τη γνώμη μου, μόνο τις μισές θα έχεις δίκιο. Τις υπόλοιπες, η εξήγηση χρησιμεύει μόνο στο να συνεχίσεις να ελπίζεις ότι θα ξανατρέξεις όπως προχθές, ότι αύριο (έστω, μεθαύριο) θα είναι μια καινούρια μέρα.

Παραμένει, φυσικά, το πρόβλημα τι θα κάνεις εκείνη τη στιγμή, που τα πόδια συνεχίζουν να σηκώνουν αδικαιολόγητη ποσότητα σκόνης από το δρόμο. Καμιά φορά αρκεί να σφίξεις τα δόντια για το πρώτο δεκάλεπτο –μετά γίνονται όλα όπως θα ‘πρεπε να είναι και συνεχίζεις σφαίρα μέχρι το φεγγάρι. Καμιά φορά σε παίρνει να σφίξεις τα δόντια γενικώς, μέχρι να φτάσεις σε ένα σημείο που θεωρείς αξιοπρεπές (ίσως και μέχρι το τέλος) και να γυρίσεις σπίτι με ήσυχη συνείδηση, και καμιά φορά το μόνο που σου μένει είναι να γυρίσεις σπίτι χωρίς τίποτα ενδιάμεσο και να κρεμάσεις τη φανέλα μέχρι αύριο (έστω, μεθαύριο ή και την επόμενη βδομάδα).

Υποθέτω ότι από μία Ζεν οπτική (δεν το ‘χω διαβάσει), κάθε φορά κάνεις το σωστό για εκείνη τη συγκεκριμένη φορά, αλλά φυσικά, αν είσαι τόσο λίγο ζεν όσο εγώ, πάντα συνεχίζεις να αναρωτιέσαι για κανένα τρίωρο μετά αν δεν είσαι απλώς υπερβολικά σκληρή ή υπερβολικά τεμπέλα.

Σήμερα, την ώρα που ανέβαινα -αγκομαχώντας, είπαμε- την πρώτη ανηφόρα, είδα μπροστά μου την Κατερίνα να περπατάει, έχοντας τελειώσει τη δική της διαδρομή. Ιδέα: θα μπορούσα άνετα να σταματήσω, να συνεχίσω περπατώντας μαζί της, αύριο (έστω, μεθαύριο) είναι μια καινούρια μέρα. Το σκέφτηκα μέχρι να φτάσω δίπλα της κι ύστερα της σφύριξα, είπα καλημέρα, θα τα πούμε στην παραλία, και συνέχισα κανονικά.

Η δεύτερη ανηφόρα βγήκε με απλό λαχάνιασμα και τα υπόλοιπα έξι χιλιόμετρα, αν και δεν θα ‘λεγα ποτέ ότι κύλησαν σαν νερό, παρόλ’ αυτά πέρασαν κάτω από τα πόδια μου χωρίς δράματα και ασήκωτα βαρίδια. Κι ύστερα, όταν έφτασα πια στο σπίτι, και μου έκανα ένα νοερό πατ-πατ στην πλάτη, μου ήρθε μια σκέψη: ότι καμιά φορά, για να τα δώσεις όλα σε μια απόφαση, πρέπει πρώτα να απορρίψεις συνειδητά την εναλλακτική της. Όσο τις κρατάς και τις δύο ταυτόχρονα, ως πιθανότητες, στο μυαλό σου, καμία δε νιώθεις απόλυτα δική σου. Και συνεχίζεις να τρέχεις με βαριά πόδια μέχρι να καταλήξεις κάπου (πιστεύοντας ότι το κάνεις κατ’ ανάγκη) κι ότι ο δρόμος σου είναι, σε μεγάλο βαθμό, θέμα μιας ανέλεγκτης τύχης.

Σήμερα, ξεκούραση.

ΠΣ. Η μικρή μου πείρα μου έχει δείξει ότι οι κακές μέρες γίνονται καλύτερες με τη σωστή μουσική, έχουν πολύ μικρές πιθανότητες να βελτιωθούν όταν τρέχεις σε διάδρομο και είναι η ιδανική ευκαιρία για να γράψεις ένα ποστ για το τρέξιμο, όση ώρα βρίσκεσαι στο δρόμο.

Advertisements

Running app that hill

Όταν προετοιμαζόμασταν για το μαραθώνιο της Βαρκελώνης, μαζί με τον Σταύρο, δεν είχαμε running apps –δεν είχαμε καν smartphone, ούτε gps. Οι προπονήσεις στο διάδρομο του γυμναστηρίου μου έδιναν μια εικόνα για τα δεδομένα της κάθε διαδρομής, όμως στις προπονήσεις του δρόμου, τις μεγάλες και δύσκολες, έχανα κάθε αίσθηση.

Κι αυτό, μπορείς να πεις, δεν έχει φοβερή σημασία, από τη στιγμή που τερμάτισα τελικά, όμως τώρα μπορώ να σου πω ότι το να παρακολουθείς, έστω και σε διάγραμμα, τον ιδρώτα που έχεις χύσει και τη βελτίωσή σου στο τρέξιμο, είναι η μισή χαρά.

Τότε, φορούσα πότε πότε το καρδιοσυχνόμετρο, σαν καινούριο γκάτζετ απ’ αυτά που σου δίνουν έμπνευση και σε κάνουν για λίγο να πετάς στις ανηφόρες, αλλά το ζουμί της παρακολούθησης της προπόνησης εξακολουθούσε πεισματικά να μου διαφεύγει.

Οπότε, κάναμε με τον Σταύρο 3-4 (κι αργότερα 5-6) φορές το μεγάλο γύρο του Άλσους Συγγρού, μαζί με παιδάκια με ποδήλατα και βετεράνους δρομείς ζωσμένους με αριθμημένα μπουκαλάκια με ισοτονικά ποτά, και ύστερα υπολογίζαμε μπακαλίστικα την ταχύτητα, την απόσταση, το ρυθμό μας –συνήθως με γνώμονα αυτό που θα τόνωνε κάπως το ηθικό μας.

Σου φαίνεται σαν να γράφω για καμιά δεκαετία πριν; Κι εμένα. Όμως όχι, ήταν μόλις το 2008.

Τώρα δεν μου φτάνει ένα ποστ για να σου απαριθμήσω τις επιλογές σε applications.

(Αλλά πρώτα άκου αυτό, κι ας μην είναι για τρέξιμο.)

Στην αρχή ενθουσιάστηκα με το RunKeeper που μου πρότεινε ο Αντώνης. Όμως ο Αντώνης τρέχει σχεδόν πάντα έξω. Κι έτσι εγώ γλίτωσα παρα τρίχα το εγκεφαλικό όταν, προχθές, αφού είχα τρέξει ένα (βασανιστικό, θα το πω) 40λεπτο στο διάδρομο (μέσα), το κινητό μου ανακοίνωσε θριαμβευτικά ότι είχα διανύσει την απίθανη απόσταση των 320 μέτρων. Η διαδρομή μου πάνω στο χάρτη του app έμοιαζε με σεισμοδιάγραμμα: το gps είχε μετρήσει πολύ αποτελεσματικά το πάνω-κάτω των ποδιών μου στον ιμάντα –αλλά μόνο αυτό.

Ύστερα είπα να δοκιμάσω το Sports Tracker, που ο Βασίλης δάκρυσε σχεδόν καθώς μου το περιέγραφε. Τζίφος κι εκεί. Εκτός του ότι λειτουργεί κι αυτό με gps (άρα είναι ακατάλληλο για διάδρομο) το ST δεν έχει καν τα ωραία προπονητικά προγράμματα που σου προτείνει το RunKeeper.

Κι έτσι χθες, στο πρώτο μου long run, άνοιξα ξανά το Nike+ (ναι, αυτό που χρησιμοποιούν σχεδόν όλοι όσοι σου ισοπεδώνουν το ηθικό ποστάροντας αυτόματα στο facebook, γύρω στις 5.30 το πρωί κατά προτίμηση, τις όντως απίθανες αποστάσεις τους) που αποδείχτηκε καλός φίλος όπως πάντα. Τα μόνα του μειονεκτήματα, ότι δεν διαθέτει ούτε αυτό training plans κι επίσης ότι η απόσταση που δίνει είναι μάλλον ένα 15% μεγαλύτερη απ’ αυτή που έχεις στ’ αλήθεια κάνει.

Τώρα, μένει μόνο, λοιπόν, να διαλέξω πλάνο.